Αστάθμητος παράγοντας

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2007

Ο απλά ερωτευμένος

Αν διάλεγα τον αδερφό μου, θα ήταν αυτός.
Αν ήμουν άντρας ίσως να του έμοιαζα.

Φαίνεται σκληρός. Κάποιες φορές υπερβολικά σκληρός.
Είναι ευθύς. Κάποιοι λένε πως είναι και απρόβλεπτος. Ξέρω πως είναι απλά υπομονετικός και δεν ξεχνά το καλό αλλά ούτε και το κακό.
Λίγα καταλαβαίνει για εκείνον όποιος τον πρωτογνωρίζει.
Όταν μιλάμε για εμάς δεν λέμε πάνω από πέντε κουβέντες και όμως συνεννοούμαστε.

Συνήθως δεν αφήνει κανέναν να δει πίσω από το τεράστιο παρουσιαστικό του. Καμιά φορά το χρησιμοποιεί και για να αποφύγει τον κόσμο.
Πάντα του άρεσε όπως έδειχνε και ας φώναζαν όλοι.
Μου είπε πως ξεκίνησε δίαιτα. Ξέρω πως το κάνει για εκείνη.
Όταν είναι μαζί της αλλάζει, γίνεται παιδί.

Εκείνη δεν την εμπιστεύομαι. Δεν ξέρω γιατί.
Του το έχω πει με τρόπο, «αν κάνει κουταμάρα πες της να φροντίσει να εξαφανιστεί»

Σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησε.
Με ρώτησε κάτι ηλίθιο. Στην ουσία ήθελε να με ρωτήσει για να της στείλει λουλούδια.

Ετικέτες

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Η βέρα.

Κατέβηκε και στα γρήγορα έφτιαξε καφέ.
- Έλα να δείς
- Τι είναι καλέ, δεν έχει ανοίξει το μάτι μου
- Έλα να δείς τι βρήκα στο ντουλάπι
- Τι βρήκες και χάρηκες λίρες;
- Όχι βρήκα τη βέρα της γιαγιάς σου.
- Ποιας γιαγιάς μου; Τη πεθεράς σου;
- Ναι σιγά μη μου έδινε τη βέρα της η μάνα μου
- Το ξέχασα εσείς τα κορίτσια είστε ξενογονιές μετά το γάμο.
- Μου την έδωσε κανένα χρόνο πρίν πεθάνει.
- Πως και της έγινε; Ούτε νερό δεν έδινε η γριά.
- Την είχα λούσει ένα πρωί, καθίσαμε μετά να πιούμε καφέ και μου την έδωσε: «πάρε την αρραβώνα μου».
- Μπα;
- Ναι, μου είχε δώσει και την ευχή της εκείνη τη μέρα
- Την επόμενη θα την πήρε πίσω, όπως την κόβω
- Μπορεί και να την πήρε
- Ξεχείλιζε από καλοσύνη η πεθερά σου, πέρναγε και μαραίνονταν οι γλάστρες
- Τη θέλεις τη βέρα;
- Ε;
- Λέω τη θέλεις τη βέρα να σου τη δώσω;
…
Στο μυαλό της ήρθαν εικόνες από τα χρόνια που πέρασαν.
Εικόνες άσχημες όλες. Ήξερε πως η γριά δεν μπορούσε να της κάνει κακό, όπως ακριβώς ήξερε πως το είχε προσπαθήσει. Την είχε δει να προσπαθεί.
Θυμάται την ανατριχίλα που ένιωσε όταν βρήκε καμένα κεριά ανάκατα με τρίχες δικές της κάτω από το κρεβάτι της. Δεν πίστεψε ποτέ πως μπορούσε καν να την ακουμπήσει με αυτό τον τρόπο. Αηδίασε όμως με την σκέψη και την πρόθεση.
Θυμάται είκοσι χρόνια πριν που της ζητούσε να έρθει για να μείνει στο σπίτι της, να μην αναγκαστεί να αλλάξει σχολείο τον καιρό που θα έμενε ο πατέρας της στο νοσοκομείο, «όχι, δεν μπορώ.»
Ποτέ δεν είχε καταλάβει το γιατί.
Από ένα σημείο και μετά δεν την ένοιαζε το γιατί.
Τα πράγματα ήταν δεδομένα. Φίλοι και εχθροί.
Πάντα όμως ένιωθε πως ήταν δεμένη με τη γριά. Πως μπορούσε να μην είναι, τη στιγμή που τα γονίδια ειρωνικά την έφτιαξαν ίδια με εκείνη.
Μόνο τα μάτια άλλαζαν.
Η γριά είχε μικρά μάτια, γαλάζια ξεπλυμένα, σχεδόν άσπρα.
Εκείνη είχε μεγάλα μάτια, τα μάτια της μάνας της, σκούρα, σχεδόν μαύρα.
Υπήρχαν φορές όμως που το ίδιο της το βλέμμα την τρόμαζε. Θυμόταν εκείνη.

- Παιδάκι μου ξύπνα, τη θέλεις;
…
Θυμήθηκε την κηδεία της γριάς. Δεν περίμενε να δεί τον πατέρα της να κλαίει. Αναρωτήθηκε γιατί έκλαιγε. Για τη μάνα που πέθανε ή για τη μάνα που δεν είχε ποτέ.
Δεν ήταν ο καλύτερος γιος που μπορούσε να είχε μια μάνα, αλλά από την άλλη όταν έφυγε από κοντά της ήταν δεκατριών χρόνων. Δεν πρόλαβαν να γνωριστούν καν.
Τον έστειλε ψυχοπαίδι σε μια μακρινή της ξαδέρφη, άκληρη που ζούσε στο Πειραιά μαζί με τον άντρα της. Για ψυχοπαίδι πήγε παραπαίδι βρέθηκε.
Τη βρήκε την άκρη του, με τα καλά και τα άσχημα που έμαθε.
Δεν τον χώρεσε ο Πειραιάς, ίσως και να του έπεσε μεγάλος και βαρύς. Γύρισε πίσω.
Στο σπίτι τον βλέπανε σαν κακό μουσαφίρη που ήρθε να τους φάει το φαΐ.
Μόνο ο γέρος που και που τον μάζευε, στα κρυφά.

- Τη θέλω.
- Τη θέλεις;
- Ναι ρε μάνα τόση ώρα αυτό δεν με ρωτάς; Τη θέλω λέμε, δώστη.
- Είχε μεγάλα χέρια
- Αυτό δεν είναι για χέρι είναι για κουπί. Καλύτερα θα τη φοράω στο δείκτη.
- Θα τη φοράς;
- Ναι θα τη φοράω.
- Κράτα τη αλλά μην τη φοράς παιδάκι μου, να φορέσεις τη δικιά σου όταν θα έρθει η ώρα.
- Τη φόρεσα ήδη μάνα.

Λάφυρο στο δάχτυλό της. Η βέρα της μάνας του πατέρα της.

Ετικέτες

Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2007

Απο αυτή την ώρα της ημέρας και για μια εβδομάδα (και κάτι παραπάνω) τούτο το μαγαζάκι ΑΔΕΙΕΥΕΙ.

Η πρωτοχρονιά θα έρθει και μια βόλτα απο δώ.


Θα μου φανεί χρήσιμη η άδεια.

Έχω να κάνω πολλά, αλλά επιλέγω να μην κάνω τίποτα.


Θα ζητήσω άσυλο στο πατρικό μου σπίτι. Εξάλλου, οφείλω στον εαυτό μου να οργανώσω το σπιτικό πανηγύρι, για τη γιορτή του πατέρα μου την Τετάρτη.

Οφείλω να τσακωθώ μαζί του γιατί θα φέρνει συνεχώς εξάρες και πεντάρες στο τάβλι, γιατί παστώνει αντί να αλατίζει τα φαγητά και άλλα τέτοια σημαντικά...




Ναι, είμαι κόρη του πατέρα μου και ας πέρασε καιρός μέχρι να το ανακαλύψω.


Πίσω λοιπόν στην αρχή, για αρχή.

Ετικέτες

Τρίτη, Απριλίου 11, 2006

Τραμπάλα ζωή.



Ο Σπύρος και η Βαγγελιώ.

1944.
Χρόνια δύσκολα, άσχημα ακόμη και στην επαρχία. Ακόμη και για ένα σπίτι καινούργιο, με ανθρώπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ένα χωράφι, με σκέπασμα μια κάπα και συντροφιά τα πρόβατα.

Το πρώτο τους παιδί. Ο Κώστας, το πρώτο από τα εννιά. Πήρε το όνομα του παππού, οι συγγενείς κρυφογελούσαν, «να μην πάρει και τη χάρη του μουρντάρη».

Ακολούθησαν τέσσερα κορίτσια, το δεύτερο από εκείνα είναι η μάνα μου. Μετά ξανά ο Σπύρος έβαλε πλώρη και έκανε άλλα τέσσερα αγόρια.

Όταν γεννήθηκε ο μικρός, ο Κώστας ήταν φαντάρος και το πήρε βαρέως… «ντροπής πράματα είναι αυτά».

Παρά τα γέλια της γειτονιάς ο Κώστας πήρε μπόλικα από τον συνονόματο του παππού.
Πήρε τη λεβέντικη όψη του, ψηλός, μελαχρινός με πυκνές μπούκλες που δεν τις έχασε ποτέ.
Πήρε το χαρακτήρα του το θυμωσιάρη. Πήρε και το φιλότιμό του και την προκοπή του. Δουλευτής αλλά και νευρικός.
Πήρε και κάτι από τη «μουρνταριά» του.

Μετά από λίγα χρονάκια πήρε και την Ντίνα για γυναίκα του.
Ήταν όμορφη γυναίκα στα νιάτα της λένε.
Μαζί έκαναν ένα παιδί, τη Σοφία.

Οι δρόμοι τους χώρισαν σύντομα και επεισοδιακά.
Τη Ντίνα δεν την γνώρισα και δεν με στεναχώρησε ποτέ αυτό.

Έπειτα γνώρισε την Αργυρούλα. Ούτε και εκείνη τη θυμάμαι. Μου έχει μείνει όμως ένα χρυσό φυλαχτό για το μάτιασμα που έφερε δώρο εκείνη όταν με γύρισαν από το μαιευτήριο. Για εκείνη στεναχωριέμαι που δεν τη γνώρισα. Μου έλεγε η μάνα μου ιστορίες, ο Κώστας δεν μιλούσε για κείνη εύκολα. Όλες οι ιστορίες κατέληγαν με τη μάνα μου να μουρμουρίζει κάτι για μανιοκατάθλιψη, που εγώ δεν τα καταλάβαινα τότε και δεν μιλούσα γιατί τη μάνα μου την έπιαναν κλάματα και με έδιωχνε.
Στεναχωρήθηκα πάντως όταν έμαθα πως πέθανε πέρσι στην Κέρκυρα, στην κλινική.

Τη Σοφία τη συναντούσε αραιά και όταν γύριζε είχε πάντα ένα μουδιασμένο ύφος.
«Κώστα είναι παιδί σου» του έλεγε η μάνα μου και μετά φεύγανε και λέγανε κουβέντες για τη Ντίνα, εμένα πάλι με έδιωχναν.

Τα χρόνια που πήγαινα δημοτικό, μόλις έπιανε απογευματάκι στηνόμουν έξω, τάχαμου ότι έπαιζα και περίμενα να φτάσει ο άσπρος σκαραβαίος ασθμαίνοντας και να κατέβει ο Κώστας με τη βαριά βραχνή του φωνή και να με χαιρετίσει με το παρατσούκλι που το θυμάται ακόμη και σήμερα.
Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν δικό του δώρο. Καθόμασταν με την αδερφή μου και μας έκανε το δικό του κήρυγμα «να διαβάζετε, να μην γίνετε τενεκέδες και πιστεύετε ότι σας λένε»

Μετά έπιαναν με τον πατέρα μου τις μεγαλίστικες κουβέντες για πολιτικά. Εγώ κάπου δίπλα τους άκουγα και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό το τόσο σπουδαίο που λέγανε, αλλά μάταια.
Ποτέ δεν τα βρήκανε με τον πατέρα ο Κώστας στα πολιτικά. Πάντα σε φωνές καταλήγανε, μέχρι που φώναζε η μάνα από μέσα «αφήστε τις κουταμάρες και ελάτε να φάμε»

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Κώστας απομακρύνθηκε πολύ από όλους.
Στο σπίτι έκοψε να έρχεται, τσακώθηκε με τη μάνα μου, άσχημα.

Το έβλεπα καμιά φορά και λέγαμε καμιά κουβέντα.

Τα χρόνια που ήρθα στην Αθήνα όλο και πιο δύσκολα μάθαινα τα νέα του.
Η θειά μου, μου έλεγε διάφορα αλλά μου φαίνονταν απίστευτα. «μανάρι μου να τα πιστεύεις, αυτά κάνει το ποτό στον άνθρωπο»
Ήρθε και ή ώρα που τα πίστεψα.


Πριν μερικές ημέρες χτύπησε το τηλέφωνο αργά το βράδυ. Ήταν ο ξάδερφος μου ο Γιώργης.
«έλα ρε λεχρίτη, τι λέει;»
«είναι ο Κώστας στο νοσοκομείο κάτω, με αιμορραγία, οι γιατροί λένε πως δεν σταματάει, αν βγάλει τη νύχτα είναι θαύμα.»
δεν μίλησα, δεν είχα να πω κάτι.
«θα σε ξαναπάρω μετά να μου πεις τι έγινε, αν θες κάτι στο ενδιάμεσο πάρε»
έκλεισα και με έπιασε ένα παράπονο, ένα κλάμα για μια ζωή ενός ανθρώπου που έμεινε μόνος του, που του έχω αδυναμία, που τα σκάτωσε γιατί το μόνο που του έλειπε ήταν ο τρόπος.
Μίλησα ξανά εκείνο το βράδυ στο τηλέφωνο με το νοσοκομείο. Πολλές φορές.
Τα κατάφερε για την ώρα μου είπαν, θα τον στείλουν Αθήνα για να τον σώσουν.

Πήγα και τον βρήκα στο ασθενοφόρο.

Ήμουν μαζί του όλη τη μέρα. Τον άφησα για λίγο για να μιλήσω με τους γιατρούς.
«θα έρθεις λίγο κοπέλα να πούμε για τον πατέρα σου;»
«ε, ξέρετε θείος μου είναι»
«έχει όγκο στο στομάχι, θα χρειαστεί εγχείρηση, πιθανότατα να γίνει ολική αφαίρεση»
δε μίλησα, μου φώναξε η νοσοκόμα
«έρχεσαι λίγο, σε θέλει ο πατέρας σου»
«έρχομαι» φώναξα.
«γιατρέ ότι χρειαστεί εγώ θα είμαι εδώ, θα σας ξαναδώ».

Τώρα που γράφω τον έχω αφήσει μόνο του και θα φύγω σε λίγο να τον βρω. Θα του πάρω την εφημερίδα που διαβάζει πάντα, να μάθει για τα πολιτικά και για εκείνον «τον καραγκιοζάκο στην Ιταλία».
Είναι μεγάλη μέρα.
«σήμερα μπορεί να τον αφήσουν να φάει τον πατέρα σου» μου είπε το πρωί η νοσοκόμα».

Ετικέτες