Αστάθμητος παράγοντας

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2007

ΣυνΟυσία

ή κλειστό, ερωτικό δίκτυο.



Τα χέρια της άγγιξαν το πρόσωπό του.
Ακολούθησαν τη γραμμή των δικών του χεριών του ώσπου κατέληξαν στις παλάμες του.
Τις σήκωσε με σεβασμό, τις φίλησε και τις έφερε στο πρόσωπό της.
Σηκώθηκε και στάθηκε γυμνή μπροστά του
Δεν μίλησε.
Τον τράβηξε για να σηκωθεί
Του έβγαλε τα ρούχα.
Το πουκάμισο.
Αγκάλιασε το στέρνο του, σφιχτά. Η λεκάνη της ακουμπούσε στη δική του. Κατέβηκε αργά προς τα κάτω.
Το παντελόνι.
Σταμάτησε στο ύψος της κοιλιάς για να νιώσει την ανάσα της και την υγρασία από το στόμα της.
Το εσώρουχο.
Πέρασε τη γλώσσα της στο εσωτερικό του μηρού του.
Σηκώθηκε, τον έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι.

Ανέβηκε πάνω του και έκατσε. Ήθελε να νιώσει και εκείνος την επίδραση που είχε επάνω της, να νιώσει την υγρασία.
Πέρασε τα χέρια της στο λαιμό του και τον ανασήκωσε. Άρχισε να τον φιλάει, να τον δαγκώνει. Κατέβηκε στο στήθος του, στην κοιλιά του, στη λεκάνη του, χαμηλά.
Το έπιασε στα χέρια της. Πέρασε τη γλώσσα του στο μήκος του και το έβαλε στο στόμα της. Γύρισε το βλέμμα της επάνω του. Ήξερε πως την κοιτούσε. Την παρακολουθούσε καθώς περνούσε τη γλώσσα της κυκλικά επάνω του, καθώς το ρουφούσε, καθώς το έγλυφε.

Ακούμπησε στο πρόσωπό της στο πόδι του. Σηκώθηκε, το έπιασε με το χέρι της, το έβαλε μέσα της και δεν κουνήθηκε. Ήθελε να τον νιώσει.
Αργά έσκυψε στο πρόσωπό του και τον φίλησε. Τον έπιασε από τους ώμους, σήκωσε τη λεκάνη της αργά και την κατέβασε με δύναμη ξανά κάτω. Τον φιλούσε και ανεβοκατέβαινε με δύναμη. Σηκώθηκε, έβαλε τα χέρια της στο στήθος του και άρχισε να κουνάει μόνο τη λεκάνη της. Κάθε φορά και πιο γρήγορα. Ακουμπούσε τώρα το δικό της στήθος, το χάιδευε.
Μέχρι τη στιγμή που έφταναν στο τέλος, με φωνές, ακατάληπτες κραυγές.
Χωρίς να τον αποχωριστεί ξάπλωσε ανάσκελα, πάνω στα πόδια του και κοίταξε το ταβάνι.

Αναλογίστηκε πως οι σχέσεις τους δεν ήταν και πολύ καλές εκείνο τον καιρό.
Απόψε όμως θα κοιμόταν δίπλα σε έναν εραστή που ήταν και φίλος.
Μέχρι ο ήλιος να τους ξυπνήσει.

Αν το καταφέρει.




ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με -
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....

Κ. Π. Κ. (1912)




Οι έντονες και χρωματιστές λέξεις είναι και πάλι δανεικές. Ανήκουν στον Θεόφραστο εκ Ζακύνθου , τον οποίο και ευχαριστώ για τη μαγιά που μου έδωσε. Για να πω την αμαρτία μου πολύ αμφιβάλλω αν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του την ώρα που μου τις παρέδιδε, αλλά η σκέψεις μου αποτυπώνονται σύμφωνα με τη δική τους θέληση.

Το soundtrack για σήμερα είναι το Shashkin. Τα κιτάπια μου λένε πως το οφείλουμε στον Omar Faruk Tekbilek.

Σημείωση: σήμερα δεν έχει disclaimer.

Ετικέτες

Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2007

Η ηδονιστική ελαφρότητα του αυνανισμού.

Το ξανασκέφτηκε.
Είχε την υποψία πως ο Μεγάλος έβαζε χέρι στο συρτάρι με τα εσώρουχά της.
Άρχισε να τα ψάχνει και ήταν πλέον βέβαιη.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι διάολο τα έκανε τα βρακιά της.
Από την άλλη πολλά δεν μπορούσε να καταλάβει με το Μεγάλο.
Για πιο λόγο είχε τόσο μεγάλη ανάγκη το μύθο.
Η μάλλον το παραμύθι.
Έκανε αγίες τις πουτάνες και τους αρρωστημένους θεούς.
Τις διαφορές μεταξύ καλού και κακού δυσκολευόταν να τις προσδιορίσει.
Περνούσε παιδικές αρρώστιες. Μια ανεμοβλογιά διαρκείας.
Ευτυχώς σε τέτοια ηλικία μόνο συνομήλικους του μπορούσε να κολλήσει.

Δεν ήθελε να σκεφτεί τι του βρήκε και αν το έχει ακόμη, βαρέθηκε τις πολύπλοκες σκέψεις.
Θα έρχονταν μόνες τους την ώρα που θα πήγαινε στο κρεβάτι, για να την ταράξουν και να την ξυπνήσουν από την ηρεμία της.
Θα τον έπαιρνε τηλέφωνο μέσα στην νύχτα για να του κάνει σκηνή από το τηλέφωνο, θα έκανε ένα τσιγάρο και θα έπεφτε για ύπνο. Τη σκηνή θα την έκανε πιο πολύ για εκείνη παρά για εκείνον.


Στην τελική δική της ήταν η ευθύνη που τον άφηνε να κάνει ότι θέλει.
Το πρόβλημα ήταν πως το έκανε από κούραση, όχι από βλακεία.

Δεν είχε κουράγιο πια να παλεύει και το ήξερε. Όπως ακριβώς ήξερε πως κάποια στιγμή θα επαναστατούσε. Τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει.

Τη διέκοψε το κουδούνι.
«Παρακαλώ»
«Εγώ είμαι» ακούστηκε από το θυροτηλέφωνο.
«Ποιος;»
«Ο Μεγάλος»

Του άνοιξε.


Disclaimer
Each similarity with living persons is coincidental; the author reserves the right not to be responsible for the topicality, correctness, completeness or quality of the information provided.



Τις όμορφες λέξεις μου τις χάρισε η Χαλαρά και την ευχαριστώ πολύ για το κίνητρο.

Σήμερα ακούμε δυνατά «Voda» (νερό) από την Elica Todorova, το soundtrack για τις νύχτες που έρχονται.

Ετικέτες

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

Η αρχή των

Ήταν Κυριακή πρωί.
Οι πιο έντονες αναμνήσεις της ήταν Κυριακάτικες.
Τα οικογενειακά τραπέζια, η μυρωδιά του φαγητού που γεμίζει το σπίτι.
Τα ανοιχτά παράθυρα, το φως που μπαίνει μέσα από τις κουρτίνες που ανεμίζουν.

Τις κρατούσε μέσα στο μυαλό όλη της τη ζωή αυτές τις Κυριακές, φυλαχτό.
Σαν τον ανοιξιάτικο ήλιο που ζέσταινε το σπίτι.

Άφησε στην άκρη την εφημερίδα. Έκλεισε τα μάτια της και άκουσε τις δύο αγαπημένες φωνές.

Ο Έκτορας. Ο γιος της.
Εκείνος. Ο πατέρας του.
Όλη της η ζωή.

Εδώ και μερικές ημέρες προσπαθούσαν να συνηθίσουν ο ένας τον άλλο.
Να χωνέψουν την ιδέα ότι υπάρχουν πραγματικά, πως δεν ήταν μόνο ένα όνειρο που ξέχασαν την επόμενη μέρα.

Εκείνον είχε να τον δει από όταν έμεινε έγκυος στον Έκτορα.
Έπειτα, αγχωμένα τηλέφωνα, μοναχικές αποφάσεις, αποφάσεις ζωής και φωνές, πολλές φωνές.
Από παντού της έλεγαν πως πρέπει να ντυθεί νύφη. Εκείνη αγκάλιαζε την κοιλιά της και να ψιθύριζε πως δεν ήθελε συνέταιρο για το παιδί της. Ήθελε πατέρα.
Εκείνος όμως φοβήθηκε, πολύ. Έκανε εκείνο που ήξερε να κάνει καλύτερα. Έκλεισε τα μάτια και ξέχασε. Ξέχασε εκείνη, ξέχασε και το παιδί.

Μέχρι την ημέρα που τον πήρε τηλέφωνο για να του θυμίσει.
Είχαν περάσει κοντά δεκαοχτώ χρόνια.

Προσπαθούσε να θυμηθεί την κουβέντα που έκαναν εκείνη την ημέρα από το τηλέφωνο. Το μόνο που έφτανε τελικά στο μυαλό της ήταν σκόρπιες λέξεις. Τέλος, καρκίνος, παιδί, πατέρας.

Δύο εβδομάδες αργότερα ήρθε και τους βρήκε στο πατρικό της σπίτι. Χωρίς να έχει ειδοποιήσει.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να βγάζει μια μια τις βαλίτσες του. Πιο πολύ έμοιαζε σαν να επέστρεφε παρά σαν να ερχόταν για πρώτη φορά.

Μόνο όταν την αντίκρισε ξανά έμεινε ακίνητος, σαν άγαλμα. Την κοίταξε για λίγα μόνο λεπτά, αλλά της φάνηκαν ώρες.

Έπειτα έσκυψε και την αγκάλιασε.
«Γύρισα».

Τώρα πια, αντικρίζοντας το τέλος, δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις της.
Το μόνο που ήθελε ήταν να τους δει επιτέλους μαζί.


Ευχαριστώ την καλή μου Krotούλα για τις χρωματιστές λέξεις που μου δάνεισε και έφτιαξα την ιστορία.
(πάλι θα κάνω ζαβολιά, δεν προλαβαίνω να διαπιστώσω ποιοί έχουν μείνει εκτός και ποιοί εντός παιχνιδιού)

Ετικέτες